MAD GIRL’S LOVE SONG

Κλείνω τα μάτια κι όλος ο κόσμος πεθαίνει.
Ανοίγω τα βλέφαρα κι όλα γεννιούνται ξανά.
(Νομίζω υπήρχες μόνο στο μυαλό μου).

Τ’ αστέρια χορεύουν στο μπλε και στο κόκκινο
και το αυθαίρετο σκοτάδι καλπάζει προς τα μέσα.
Κλείνω τα μάτια κι όλος ο κόσμος πεθαίνει.

Ονειρεύτηκα ότι με παρέσυρες στο κρεβάτι,
μου τραγούδησες φεγγαροχτυπημένος
και με φίλησες με τρέλα.
(Νομίζω υπήρχες μόνο στο μυαλό μου).

Ο Θεός πέφτει απ’ τον ουρανό,
οι φωτιές της κόλασης σβήνουν.
Βγαίνουν τα σεραφείμ κι οι άνδρες του Σατανά.
Κλείνω τα μάτια κι όλος ο κόσμος πεθαίνει.

Φαντάστηκα ότι θα γύριζες με τον τρόπο που είχες πει.
Αλλά μεγάλωσα και ξέχασα τ’ όνομά σου.
(Νομίζω υπήρχες μόνο στο μυαλό μου).

Θα έπρεπε, καλύτερα, να είχα αγαπήσει
το πουλί του κεραυνού.
Τουλάχιστον όταν έρχεται η άνοιξη,
αυτά με βρυχηθμούς γυρίζουν.
Κλείνω τα μάτια κι όλος ο κόσμος πεθαίνει.
(Νομίζω υπήρχες μόνο στο μυαλό μου).

SYLVIA PLATH (Μετφ. ΜΑΡΙΑ ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ)

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ

Η ευτυχία δεν μου χαμογέλασε ποτέ στη γη τούτη επάνω.
Πού πάω; Μες στα όρη τούτα ψάχνω
τη σιωπή, την ειρήνη της καρδιάς. Αυτή είν’ η πατρίδα μου,
να περιπλανηθώ δεν πρόκειται άλλο πια μακριά της.
Ολούθε οι κορφές γλαυκές ξαναγίνονται σαν τον αιθέρα,
και θα σου πω αντίο; Όχι, ποτέ μην πάψει
ποτέ να κελαρύζει το νερό, να ξανανθίζει το χορτάρι!

Βουτάγαμε τα χέρια μας στη γλώσσα,
και ‘κείνα παίρναν’ κάποιες λέξεις που τι να κάνουμε μ’ αυτές
ούτε που ξέραμε, και που δεν ήτανε παρά οι πεθυμιές μας.
Το ύδωρ τούτο, η ελπίδα μας.
Άλλοι να ψάξουνε θα ξέρουν πιο βαθιά
για έναν καινούργιο ουρανό, μία γη νέα.

YVES BONNEFOY (Μετφ. ΝΙΚΟΛΕΤΤΑ ΣΙΜΩΝΟΣ)

ΚΡΑΥΓΗ ΠΡΟΣ ΤΗ ΡΩΜΗ

Εν τω μεταξύ, εν τω μεταξύ, α! εν τω μεταξύ
οι νέγροι που καθαρίζουν τα σταχτοδοχεία
τα αγόρια που τρέμουν κάτω από την ωχρή τρομοκρατία των διευθυντών
οι γυναίκες που πνίγονται μέσα στα ορυκτέλαια
το πλήθος με το σφυρί, με το βιολί ή με το σύννεφο
θα φωνάζει ακόμα κι αν του χύσουν τα μυαλά πάνω στον τοίχο

θα φωνάζει κατάμουτρα στους θόλους
θα φωνάζει τρελό από φωτιά
θα φωνάζει τρελό από χιόνι
θα φωνάζει με το κεφάλι γεμάτο περιττώματα
θα φωνάζει σαν όλες τις συναθροισμένες νύχτες
θα φωνάζει με μια τόσο σπαραγμένη φωνή
ώσπου να αρχίσουν οι πολιτείες να τρέμουν σαν κοριτσάκια
και να συντρίψουν τις φυλακές του λαδιού και της μουσικής
γιατί θέλουμε τον επιούσιο άρτο μας
λουλούδι αγριομουσμουλιάς κι αέναη στοργή ξεκουκκισμένη
γιατί θέλουμε να γίνει το θέλημα της Γης
που δίνει τους καρπούς της για όλους.

ΦΕΔΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ (Μετφ. Τ. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ)

ΆΝΟΙΞΗ

Η Άνοιξη μοιάζει μ' ένα ίσως χέρι
(που έρχεται με προσοχή
από το Πουθενά) τακτοποιώντας
ένα παράθυρο, που μέσα του κοιτούν άνθρωποι (ενώ
άνθρωποι παρατηρούν
τακτοποιώντας και αλλάζοντας τοποθετώντας
με προσοχή εκεί ένα πράγμα
παράξενο κι εδώ ένα πράγμα γνωστό) κι

αλλάζοντας τα πάντα με προσοχή

η άνοιξη μοιάζει μ' ένα ίσως
Χέρι σε παράθυρο
(που με προσοχή μπρος
πίσω μετακινεί Νέα και
Παλιά πράγματα, ενώ
άνθρωποι παρατηρούν με προσοχή
μετακινώντας ένα ίσως
κλάσμα λουλουδιού εδώ τοποθετώντας
ένα εκατοστό αέρα εκεί) και

χωρίς να σπάει τίποτα.

E. E. CUNNINGS (Μετφ. ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ)

ΑΓΡΑΝΑΠΑΥΣΗ

Τώρα, κείνος ο τόπος της Άνοιξης,
έχει αγρανάπαυση. Το χώμα κι ο πηλός κοιμάται.
Και τ’ άνθη του έχουν μαραθεί.
Στο κέντρο το πηγάδι, με το φιλιατρό
χαρακωμένο απ’ τα σκοινιά,
το σκέπασαν οι αφαλαρίδες και τ’ αγριόβατα
κι έχουν τα δροσερά νερά του καταχωνιαστεί.

Όμως, αν 'μεις από τη δράση αποσυρθήκαμε
ο τόπος δεν εχάθηκε
άλλος ταχιά στη δούλεψη θα ’ρθει.

Ποτές μην το ξεχνάς:
Η Γης, είναι φτιαγμένη για την Άνοιξη.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΡΟΥΜΠΕΑΣ

ΟΙ ΕΤΕΡΩΝΥΜΟΙ

Η ποίηση είναι δοκιμή αθανασίας
κι ένα σκληρό ναρκωτικό του κερατά,
προετοιμασία για θάνατο μετ' αξιοπρεπείας,
και εξαίρεση εξωστρέφειας προς άγνωστα μυαλά.

Πώς γίνεται να ισχύουν όλα συγχρόνως;
Πεσσόα απόντος, θ' αρκεστούμε κατ' ανάγκην
στο ντε Κάμπος, στον Καέιρο και στο Ρέις
και στους λοιπούς (ελάσσονες!) ετερωνύμους
που στιχουργούν και δημοσιεύουν μέχρι σήμερα
λανθάνοντας με συγκατάβαση ανάμεσά μας.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΥΣΣΑΣ

ΣΥΛΒΙΑ ΠΛΑΘ
....................... in memoriam

Αν μπορείς πες της όχι! Σ' αρπάζει
απ' τον λαιμό με νευρώδικα χέρια, σε τινάζει
σα δέντρο, σε παραλύει. ΄Η καθισμένη βασιλικά,
με τις πιέτες του φουστανιού της προσεκτικά
διπλωμένες, προσηλωμένες στη διάφάνεια της κίνησής της,
σου πετάει το μήλο. Κι εσύ το δαγκάνεις αστόχαστα,
με άφατη ευδαιμονία,
το βοηθάς να κατέβει στον οισοφάγο σου
με γλυκές μπαλίτσες σάλιου,
το διεκπεραιώνεις στην έρημη παραλία του στομαχιού σου
γεμάτη λέπια ψαριών και μουσικά όστρακα.
Και κείνο στάζει, στάζει γλυκά το δηλητήριό του,
στάζει και δαγκώνει
ποτίζοντας με θεϊκές τοξίνες το αίμα σου
φωτίζοντας αβυσσαλέα θαλάμια με χταπόδια,
λευκές μπλούζες, ηλιοτρόπια από πλαστικό,
παιδικά χέρια με κόκκινες φωνές
γοερά ψιθυρίσματα:
η Ιοκάστη, η Μήδεια, η αποτρόπαιη χειρονομία
ανάμεσα σ' ένα στριγγό γέλιο και μια χαριτωμένη
υπόκλιση, ανάμεσα σ' ένα γέρικο καύκαλο
και μια ξανθιά παιδική μπούκλα.
Νάτη τώρα: προχωρεί μέσα από εκτυφλωτικά
φωτισμένες σήραγγες, προτείνοντας τα χέρια
στους κροταλίες και τους δεινόσαυρους,
περπατεί πάνω στη γέφυρα του San Francisco
με ψηλά τακούνια και διαμάντια κάτω απ' τη γλώσσα της
με δυο σκυλιά ν' αλυχτάνε τις πεθαμένες σελήνες της:
το Σκύλο Πατέρα της και το Σκύλο Θεό της,

που τους σκοτώνει ουρλιάζοντας
για να σκεπάσει το γέλιο τους.


Τώρα θ' ανέβει στα μαύρα κυπαρίσσια των ουρανοξυστών
ξεσχίζοντας το νυφικό της φόρεμα.
Θα σιάξει τα μαλλιά της
θα στρώσει τις πιέτες της
και θα πηδήσει
πάνω στο λαμπερό Μanhattan.

ΛΟΥΚΑΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

ΠΛΥΝΤΗΡΙΟ

Παραδόξως, ήταν τότε.
Εκείνη η στιγμή που σου έγνεψα, με τα χέρια
τεντωμένα σαν ένα σκοινί που επρόκειτο
να κοπεί
(το σκοινί της μπουγάδας ή το σκοινί
της τρέλας μου
που φεγγοβολά μες στο σκοτάδι).
Παραδόξως, ήταν τότε.
Εκείνη η στιγμή που σε κράτησα κάποτε σίγουρα
και η πόρτα του πλυντηρίου ανοιχτή
με τα ρούχα πεταμένα στο πάτωμα
πάνω στο κρύο
πάτωμα.
Τρομαγμένο μου πουλί, κατακερματισμένο μου
παραμύθι, σε ψάχνω κι αυτό το απορρυπαντικό
ήταν απάτη, το μυαλό μου παραμένει θολό
και Απροσάρμοστο.

ΈΛΕΝΑ ΠΟΛΥΓΕΝΗ

ΑΠΟΡΙΕΣ Α’

Είπα "σ’ αγαπάω"
και απόρησες.
"Δεν σ' αγαπάω"
και το πίστεψες.
Τόσο απίθανη, λοιπόν, είναι η αγάπη;

ΕΛΕΝΗ ΑΛΕΞΙΟΥ

ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ

Ένα ποίημα ξεχάστηκε στο δρόμο του...
Γραφόταν μόνο του χωρίς τον ποιητή
που μαγεμένος άκουγε τη σιγανή βροχή,
που πληγωμένος πάσχιζε να βρει διαφυγή,
κοιτάζοντας στα μάτια σου μια πόρτα αληθινή.
Κι αν άκουγε ψιθύρους της καρδιάς σου
κι αν άστρα μάζευε τα λόγια σου στη σκέψη του,
δεν θα μπορούσε να ποθήσει άλλο ουρανό
για όνειρα, που γέμιζαν με βλέμματα του πόθου.
Το ποίημα αυτό κανείς δε γίνεται να σβήσει
ούτε με πόνους, ούτε μ’ εγωισμούς
γιατί το χαρτί όπου γράφτηκε, έχει το βάρος της ψυχής!
Τα χέρια γίνονται φτερά μέσα στα ποθητά αγκαλιάσματα
όταν οι δυο ψυχές ενώνονται στον κύκλο της χαράς
κι οι ελπίδες χαράζουν ευτυχία, στο γαλήνιο πρόσωπό σου!
Ένα φεγγάρι χάνει το δρόμο του συχνά
και πότε-πότε αχνοφέγγει στα μαλλιά σου,
πότε σκιρτά σαν πληγωμένο κύμα στον καημό της θάλασσας,
πότε μ’ ανέμους σιγοπαίζει ένα αρμονικό τραγούδι:
«Σαν κύμα θα σε πιω,
διψασμένος βράχος εγώ,
που στα πόδια μου ξεσπάς
και φιλιά αναζητάς!».

ΛΑΣΚΑΡΗΣ Π. ΖΑΡΑΡΗΣ

ΕΨΕΣ ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΣΕ ΕΙΔΑ ΣΤ’ ΌΝΕΙΡΟ ΜΟΥ

Φωνή και ούτι.
Αμάν !
Βγήκε κι αυτή η ανάσα...
μνήμες την έπνιγαν
πείσματα τη σπρώχναν,
ουλές την ομορφαίναν.
Έρωτες πόνου,
κρυφοί σαν
την ελπίδα
άγριοι
όπως κάθε σαρκοφάγου,
που συνήθως
πεινά.
Αμάν !
Κι απ’ εδώ και κάτω
δάκρυα βγαίνουν.
Χασούρες
λάθη
γλύκα υγρή,
γι’ αυτό
‘’κοίτα με
κι από τη μέση
και χάμω’’.
Τσιφτετέλι,
επιτάφιος.

ΝΙΚΟΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ

ΚΟΝΤΑ ΣΟΥ

Κοντά σου δεν αχούν άγρια οι ανέμοι.
Κοντά σου είναι η γαλήνη και το φως.
Στου νου μας τη χρυσόβεργην ανέμη
ο ρόδινος τυλιέται στοχασμός.


Κοντά σου η σιγαλιά σα γέλιο μοιάζει
που αντιφεγγίζουν μάτια τρυφερά
κ’ αν κάποτε μιλάμε, αναφτεριάζει,
πλάι μας κάπου η άνεργη χαρά.


Κοντά σου η θλίψη ανθίζει σα λουλούδι
κι’ ανύποπτα περνά μέσ’ στη ζωή.
Κοντά σου όλα γλυκά κι’ όλα σα χνούδι,
σα χάδι, σα δροσούλα, σαν πνοή.

MΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ

Η ΜΑΓΙΣΣΑ

Το παιδί αιφνιδιάστηκε.
Σήκωσε το ξανθό κεφάλι του
στο ταβάνι κ’ έκλεισε τα μάτια.
Ένας κρουνός από χρυσά νομίσματα
πλημμύρισε το πάτωμα.

Από το ανοιχτό παράθυρο
όρμησε η μάγισσα ουρλιάζοντας
καβάλα στη μυθική της σκούπα.
Βάλθηκε να σκουπίζει τα νομίσματα
τα σώριασε σε μια γωνιά.
Θα σου πω ένα μυστικό λέει το παιδί.
Άλλος ο χρυσός άνθρωπος
κι άλλος ο άνθρωπος με χρυσάφι.
Ο πρώτος μπορεί να έχει μια καλή καρδιά
και ο δεύτερος μπορεί να έχει την τσέπη του γεμάτη
απ τα νομίσματα αυτά.

ΝΙΚΟΣ ΣΠΑΝΙΑΣ

ΣΚΙΑΓΡΑΦΙΚΟ

Ένα σκιαγραφικό υγρό κυλάει διαρκώς
μες στο μυαλό
λίγων ανθρώπων
κι ελέγχει και ακτινογραφεί
σε πλάκες μαλακές
την ένταση των αισθημάτων.


Ναι, στων ακτινογραφιών αυτών
τις άγρυπνες εφόδους
χάρη χρωστούν
όσοι στολίστηκαν με περιδέραια λύπης
όσους δε γελοιοποίησε η χαρά.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ

ΝΕΑ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΙΣΠΑΝΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΦΕΝΤΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ

...una accion vil y disgraciado.


Η τέχνη κι' η ποίηση δεν μας βοηθούν να ζήσουμε:
η τέχνη και η ποίησις μας βοηθούνε
να πεθάνουμε.


Περιφρόνησις απόλυτη
αρμόζει
σ' όλους αυτούς τους θόρυβους
τις έρευνες
τα σχόλια επί σχολίων
που κάθε τόσο ξεφουρνίζουν
αργόσχολοι και ματαιόδοξοι γραφιάδες
γύρω από τις μυστηριώδικες κι' αισχρές συνθήκες
της εκτελέσεως του κακορρίζικου του Λόρκα
υπό των φασιστών.


Μα επί τέλους! πια ο καθείς γνωρίζει
πως
από καιρό τώρα
― και προ παντός στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα ―
είθισται
να δολοφονούν
τους ποιητάς.

ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ



ΑΫΠΝΙΑ

Τις νύχτες τρίζουν τα έπιπλα.
Κάπου στάζει απ’ τη σωλήνα.
Από το καθημερινό βάρος στους ώμους
Εκείνη τη στιγμή ελευθερώνονται,
Εκείνη τη στιγμή παραδίδονται στα πράγματα
Οι άφατες ανθρώπινες ψυχές,
Και τυφλές,
βουβές,
κουφές,
σκορπίζονται στους ορόφους.
Εκείνη τη στιγμή το ρολόι της πόλης
Στέλνει τα δευτερόλεπτα
εδώ
κι εκεί,
και ανεβαίνουν με τον ανελκυστήρα ζωντανοί,
τρυφεροί
και μισοζώντανοι,
Περιμένουν στα σκοτάδια, εκεί που στάζει το νερό,
Βγάζουν από τις τσάντες τα ποτήρια
Και χορεύουν σα τσιγγάνοι,
Στέκονται πίσω από τις πόρτες, σα συμφορά,
Τρυπώντας αργά μπαίνουν στις υδρορροές
Κι αμέσως κόβουν τα καλώδια.
Σύντομα όμως – θα γίνουν πιστωτές,
Κι ήρθαν για πάντα, για πάντα,
Κι έφεραν τους λογαριασμούς.
Αδύνατον
Να κάνεις μια τρύπα στο νερό, χωρίς να έχει κοιμηθεί, να κοπανίζεις αέρα,
Είναι αδύνατο να αποκοιμηθείς, - πόσο ταραγμένη
Είναι τούτη η νύχτα που δεν μας αφήνει σε ησυχία.

ΑΡΣΕΝΙ ΤΑΡΚΟΦΣΚΙ (Μετφ. ΔΗΜΗΤΡΗΣ Β. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ)

ΙΔΑΝΙΚΟΙ ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ

Γυρίζουν το κλειδί στην πόρτα, παίρνουν
τα παλιά, φυλαγμένα γράμματά τους,
διαβάζουν ήσυχα, κι έπειτα σέρνουν
για τελευταία φορά τα βήματά τους.


Ήταν η ζωή τους, λένε, τραγωδία.
Θεέ μου, το φρικτό γέλιο των ανθρώπων,
τα δάκρυα, ο ίδρως, η νοσταλγία
των ουρανών, η ερημιά των τόπων.


Στέκονται στο παράθυρο, κοιτάνε
τα δέντρα, τα παιδιά, πέρα τη φύση,
τους μαρμαράδες που σφυροκοπάνε,
τον ήλιο που για πάντα θέλει δύσει.


Όλα τελείωσαν. Το σημείωμα να το,
σύντομο, απλό, βαθύ, καθώς ταιριάζει,
αδιαφορία, συγχώρηση γεμάτο
για κείνον που θα κλαίει και θα διαβάζει.


Βλέπουν τον καθρέφτη, βλέπουν την ώρα,
ρωτούν αν είναι τρέλα τάχα ή λάθος,
«όλα τελείωσαν» ψιθυρίζουν «τώρα»,
πως θ’ αναβάλουν βέβαιοι κατά βάθος...

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

ΌΣΟ ΜΠΟΡΕΙΣ

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.


Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ως που να γίνει σα μια ξένη φορτική.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

ΕΡΩΤΙΚΟ ΚΑΛΕΣΜΑ

Έλα κοντά μου , δεν είμαι η φωτιά.
Τις φωτιές τις σβήνουν τα ποτάμια.
Τις πνίγουν οι νεροποντές.
Τις κυνηγούν οι βοριάδες.
Δεν είμαι, δεν είμαι η φωτιά.


Έλα κοντά μου δεν είμαι άνεμος.
Τους άνεμους τους κόβουν τα βουνά.
Τους βουβαίνουν τα λιοπύρια.
Τους σαρώνουν οι κατακλυσμοί.
Δεν είμαι, δεν είμαι ο άνεμος.


Εγώ δεν είμαι παρά ένας στρατολάτης
ένας αποσταμένος περπατητής
που ακούμπησε στη ρίζα μιας ελιάς
ν’ ακούσει το τραγούδι των γρύλων.
Κι αν θέλεις, έλα να τ’ ακούσουμε μαζί.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ

ΌΝΕΙΡΟ ΜΕΣΑ Σ’ ΌΝΕΙΡΟ

Το υστερνό μου φίλημα στο μέτωπο σου πάρε
και άφησέ με, αγάπη μου, δυο λόγια να σου πω.
Αλήθεια λες σαν όνειρο πως διάβηκε η ζωή μου
χωρίς κανένα ατέλειωτο και ξέμακρο σκοπό.

Μα αν η ελπίδα πέταξε σε μέρα ή σε νύχτα
εκεί με σκέπασε βουνό της δυστυχιάς μεγάλο
σου φαίνεται πως έχασα το πιο λίγο καλή μου
αφού η ζωή είναι όνειρο κρυμμένο μέσα σ' άλλο.

Στέκομαι σ' άγρια ακρογιαλιά που δέρνει το κύμα
κι άμμους χρυσούς στα χέρια μου σφιχτά σφιχτά κρατάω
τι λίγοι και πως χάνονται απ' τα κλειστά μου χέρια
ενώ εγώ σε δάκρυα ολόπικρα ξεσπάω.

Θεέ μου, είναι αδύνατο να σώσω μόνο έναν
από το κύμα που κυλά με θόρυβο μεγάλο;
Είναι όλα όσα βλέπουμε σ' αυτόν εδώ τον κόσμο
ένα όνειρο ατέλειωτο κρυμμένο μέσα σ' άλλο;

ΈΝΤΓΚΑΡ ΆΛΛΑΝ ΠΟΕ (Μετφ. ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ)