ΟΙ ΕΤΕΡΩΝΥΜΟΙ

Η ποίηση είναι δοκιμή αθανασίας
κι ένα σκληρό ναρκωτικό του κερατά,
προετοιμασία για θάνατο μετ' αξιοπρεπείας,
και εξαίρεση εξωστρέφειας προς άγνωστα μυαλά.

Πώς γίνεται να ισχύουν όλα συγχρόνως;
Πεσσόα απόντος, θ' αρκεστούμε κατ' ανάγκην
στο ντε Κάμπος, στον Καέιρο και στο Ρέις
και στους λοιπούς (ελάσσονες!) ετερωνύμους
που στιχουργούν και δημοσιεύουν μέχρι σήμερα
λανθάνοντας με συγκατάβαση ανάμεσά μας.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΥΣΣΑΣ

ΣΥΛΒΙΑ ΠΛΑΘ
....................... in memoriam

Αν μπορείς πες της όχι! Σ' αρπάζει
απ' τον λαιμό με νευρώδικα χέρια, σε τινάζει
σα δέντρο, σε παραλύει. ΄Η καθισμένη βασιλικά,
με τις πιέτες του φουστανιού της προσεκτικά
διπλωμένες, προσηλωμένες στη διάφάνεια της κίνησής της,
σου πετάει το μήλο. Κι εσύ το δαγκάνεις αστόχαστα,
με άφατη ευδαιμονία,
το βοηθάς να κατέβει στον οισοφάγο σου
με γλυκές μπαλίτσες σάλιου,
το διεκπεραιώνεις στην έρημη παραλία του στομαχιού σου
γεμάτη λέπια ψαριών και μουσικά όστρακα.
Και κείνο στάζει, στάζει γλυκά το δηλητήριό του,
στάζει και δαγκώνει
ποτίζοντας με θεϊκές τοξίνες το αίμα σου
φωτίζοντας αβυσσαλέα θαλάμια με χταπόδια,
λευκές μπλούζες, ηλιοτρόπια από πλαστικό,
παιδικά χέρια με κόκκινες φωνές
γοερά ψιθυρίσματα:
η Ιοκάστη, η Μήδεια, η αποτρόπαιη χειρονομία
ανάμεσα σ' ένα στριγγό γέλιο και μια χαριτωμένη
υπόκλιση, ανάμεσα σ' ένα γέρικο καύκαλο
και μια ξανθιά παιδική μπούκλα.
Νάτη τώρα: προχωρεί μέσα από εκτυφλωτικά
φωτισμένες σήραγγες, προτείνοντας τα χέρια
στους κροταλίες και τους δεινόσαυρους,
περπατεί πάνω στη γέφυρα του San Francisco
με ψηλά τακούνια και διαμάντια κάτω απ' τη γλώσσα της
με δυο σκυλιά ν' αλυχτάνε τις πεθαμένες σελήνες της:
το Σκύλο Πατέρα της και το Σκύλο Θεό της,

που τους σκοτώνει ουρλιάζοντας
για να σκεπάσει το γέλιο τους.


Τώρα θ' ανέβει στα μαύρα κυπαρίσσια των ουρανοξυστών
ξεσχίζοντας το νυφικό της φόρεμα.
Θα σιάξει τα μαλλιά της
θα στρώσει τις πιέτες της
και θα πηδήσει
πάνω στο λαμπερό Μanhattan.

ΛΟΥΚΑΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

ΠΛΥΝΤΗΡΙΟ

Παραδόξως, ήταν τότε.
Εκείνη η στιγμή που σου έγνεψα, με τα χέρια
τεντωμένα σαν ένα σκοινί που επρόκειτο
να κοπεί
(το σκοινί της μπουγάδας ή το σκοινί
της τρέλας μου
που φεγγοβολά μες στο σκοτάδι).
Παραδόξως, ήταν τότε.
Εκείνη η στιγμή που σε κράτησα κάποτε σίγουρα
και η πόρτα του πλυντηρίου ανοιχτή
με τα ρούχα πεταμένα στο πάτωμα
πάνω στο κρύο
πάτωμα.
Τρομαγμένο μου πουλί, κατακερματισμένο μου
παραμύθι, σε ψάχνω κι αυτό το απορρυπαντικό
ήταν απάτη, το μυαλό μου παραμένει θολό
και Απροσάρμοστο.

ΈΛΕΝΑ ΠΟΛΥΓΕΝΗ

ΑΠΟΡΙΕΣ Α’

Είπα "σ’ αγαπάω"
και απόρησες.
"Δεν σ' αγαπάω"
και το πίστεψες.
Τόσο απίθανη, λοιπόν, είναι η αγάπη;

ΕΛΕΝΗ ΑΛΕΞΙΟΥ

ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ

Ένα ποίημα ξεχάστηκε στο δρόμο του...
Γραφόταν μόνο του χωρίς τον ποιητή
που μαγεμένος άκουγε τη σιγανή βροχή,
που πληγωμένος πάσχιζε να βρει διαφυγή,
κοιτάζοντας στα μάτια σου μια πόρτα αληθινή.
Κι αν άκουγε ψιθύρους της καρδιάς σου
κι αν άστρα μάζευε τα λόγια σου στη σκέψη του,
δεν θα μπορούσε να ποθήσει άλλο ουρανό
για όνειρα, που γέμιζαν με βλέμματα του πόθου.
Το ποίημα αυτό κανείς δε γίνεται να σβήσει
ούτε με πόνους, ούτε μ’ εγωισμούς
γιατί το χαρτί όπου γράφτηκε, έχει το βάρος της ψυχής!
Τα χέρια γίνονται φτερά μέσα στα ποθητά αγκαλιάσματα
όταν οι δυο ψυχές ενώνονται στον κύκλο της χαράς
κι οι ελπίδες χαράζουν ευτυχία, στο γαλήνιο πρόσωπό σου!
Ένα φεγγάρι χάνει το δρόμο του συχνά
και πότε-πότε αχνοφέγγει στα μαλλιά σου,
πότε σκιρτά σαν πληγωμένο κύμα στον καημό της θάλασσας,
πότε μ’ ανέμους σιγοπαίζει ένα αρμονικό τραγούδι:
«Σαν κύμα θα σε πιω,
διψασμένος βράχος εγώ,
που στα πόδια μου ξεσπάς
και φιλιά αναζητάς!».

ΛΑΣΚΑΡΗΣ Π. ΖΑΡΑΡΗΣ

ΕΨΕΣ ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΣΕ ΕΙΔΑ ΣΤ’ ΌΝΕΙΡΟ ΜΟΥ

Φωνή και ούτι.
Αμάν !
Βγήκε κι αυτή η ανάσα...
μνήμες την έπνιγαν
πείσματα τη σπρώχναν,
ουλές την ομορφαίναν.
Έρωτες πόνου,
κρυφοί σαν
την ελπίδα
άγριοι
όπως κάθε σαρκοφάγου,
που συνήθως
πεινά.
Αμάν !
Κι απ’ εδώ και κάτω
δάκρυα βγαίνουν.
Χασούρες
λάθη
γλύκα υγρή,
γι’ αυτό
‘’κοίτα με
κι από τη μέση
και χάμω’’.
Τσιφτετέλι,
επιτάφιος.

ΝΙΚΟΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ

ΚΟΝΤΑ ΣΟΥ

Κοντά σου δεν αχούν άγρια οι ανέμοι.
Κοντά σου είναι η γαλήνη και το φως.
Στου νου μας τη χρυσόβεργην ανέμη
ο ρόδινος τυλιέται στοχασμός.


Κοντά σου η σιγαλιά σα γέλιο μοιάζει
που αντιφεγγίζουν μάτια τρυφερά
κ’ αν κάποτε μιλάμε, αναφτεριάζει,
πλάι μας κάπου η άνεργη χαρά.


Κοντά σου η θλίψη ανθίζει σα λουλούδι
κι’ ανύποπτα περνά μέσ’ στη ζωή.
Κοντά σου όλα γλυκά κι’ όλα σα χνούδι,
σα χάδι, σα δροσούλα, σαν πνοή.

MΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ

Η ΜΑΓΙΣΣΑ

Το παιδί αιφνιδιάστηκε.
Σήκωσε το ξανθό κεφάλι του
στο ταβάνι κ’ έκλεισε τα μάτια.
Ένας κρουνός από χρυσά νομίσματα
πλημμύρισε το πάτωμα.

Από το ανοιχτό παράθυρο
όρμησε η μάγισσα ουρλιάζοντας
καβάλα στη μυθική της σκούπα.
Βάλθηκε να σκουπίζει τα νομίσματα
τα σώριασε σε μια γωνιά.
Θα σου πω ένα μυστικό λέει το παιδί.
Άλλος ο χρυσός άνθρωπος
κι άλλος ο άνθρωπος με χρυσάφι.
Ο πρώτος μπορεί να έχει μια καλή καρδιά
και ο δεύτερος μπορεί να έχει την τσέπη του γεμάτη
απ τα νομίσματα αυτά.

ΝΙΚΟΣ ΣΠΑΝΙΑΣ

ΣΚΙΑΓΡΑΦΙΚΟ

Ένα σκιαγραφικό υγρό κυλάει διαρκώς
μες στο μυαλό
λίγων ανθρώπων
κι ελέγχει και ακτινογραφεί
σε πλάκες μαλακές
την ένταση των αισθημάτων.


Ναι, στων ακτινογραφιών αυτών
τις άγρυπνες εφόδους
χάρη χρωστούν
όσοι στολίστηκαν με περιδέραια λύπης
όσους δε γελοιοποίησε η χαρά.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ

ΝΕΑ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΙΣΠΑΝΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΦΕΝΤΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ

...una accion vil y disgraciado.


Η τέχνη κι' η ποίηση δεν μας βοηθούν να ζήσουμε:
η τέχνη και η ποίησις μας βοηθούνε
να πεθάνουμε.


Περιφρόνησις απόλυτη
αρμόζει
σ' όλους αυτούς τους θόρυβους
τις έρευνες
τα σχόλια επί σχολίων
που κάθε τόσο ξεφουρνίζουν
αργόσχολοι και ματαιόδοξοι γραφιάδες
γύρω από τις μυστηριώδικες κι' αισχρές συνθήκες
της εκτελέσεως του κακορρίζικου του Λόρκα
υπό των φασιστών.


Μα επί τέλους! πια ο καθείς γνωρίζει
πως
από καιρό τώρα
― και προ παντός στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα ―
είθισται
να δολοφονούν
τους ποιητάς.

ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ



ΑΫΠΝΙΑ

Τις νύχτες τρίζουν τα έπιπλα.
Κάπου στάζει απ’ τη σωλήνα.
Από το καθημερινό βάρος στους ώμους
Εκείνη τη στιγμή ελευθερώνονται,
Εκείνη τη στιγμή παραδίδονται στα πράγματα
Οι άφατες ανθρώπινες ψυχές,
Και τυφλές,
βουβές,
κουφές,
σκορπίζονται στους ορόφους.
Εκείνη τη στιγμή το ρολόι της πόλης
Στέλνει τα δευτερόλεπτα
εδώ
κι εκεί,
και ανεβαίνουν με τον ανελκυστήρα ζωντανοί,
τρυφεροί
και μισοζώντανοι,
Περιμένουν στα σκοτάδια, εκεί που στάζει το νερό,
Βγάζουν από τις τσάντες τα ποτήρια
Και χορεύουν σα τσιγγάνοι,
Στέκονται πίσω από τις πόρτες, σα συμφορά,
Τρυπώντας αργά μπαίνουν στις υδρορροές
Κι αμέσως κόβουν τα καλώδια.
Σύντομα όμως – θα γίνουν πιστωτές,
Κι ήρθαν για πάντα, για πάντα,
Κι έφεραν τους λογαριασμούς.
Αδύνατον
Να κάνεις μια τρύπα στο νερό, χωρίς να έχει κοιμηθεί, να κοπανίζεις αέρα,
Είναι αδύνατο να αποκοιμηθείς, - πόσο ταραγμένη
Είναι τούτη η νύχτα που δεν μας αφήνει σε ησυχία.

ΑΡΣΕΝΙ ΤΑΡΚΟΦΣΚΙ (Μετφ. ΔΗΜΗΤΡΗΣ Β. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ)

ΙΔΑΝΙΚΟΙ ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ

Γυρίζουν το κλειδί στην πόρτα, παίρνουν
τα παλιά, φυλαγμένα γράμματά τους,
διαβάζουν ήσυχα, κι έπειτα σέρνουν
για τελευταία φορά τα βήματά τους.


Ήταν η ζωή τους, λένε, τραγωδία.
Θεέ μου, το φρικτό γέλιο των ανθρώπων,
τα δάκρυα, ο ίδρως, η νοσταλγία
των ουρανών, η ερημιά των τόπων.


Στέκονται στο παράθυρο, κοιτάνε
τα δέντρα, τα παιδιά, πέρα τη φύση,
τους μαρμαράδες που σφυροκοπάνε,
τον ήλιο που για πάντα θέλει δύσει.


Όλα τελείωσαν. Το σημείωμα να το,
σύντομο, απλό, βαθύ, καθώς ταιριάζει,
αδιαφορία, συγχώρηση γεμάτο
για κείνον που θα κλαίει και θα διαβάζει.


Βλέπουν τον καθρέφτη, βλέπουν την ώρα,
ρωτούν αν είναι τρέλα τάχα ή λάθος,
«όλα τελείωσαν» ψιθυρίζουν «τώρα»,
πως θ’ αναβάλουν βέβαιοι κατά βάθος...

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

ΌΣΟ ΜΠΟΡΕΙΣ

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.


Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ως που να γίνει σα μια ξένη φορτική.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

ΕΡΩΤΙΚΟ ΚΑΛΕΣΜΑ

Έλα κοντά μου , δεν είμαι η φωτιά.
Τις φωτιές τις σβήνουν τα ποτάμια.
Τις πνίγουν οι νεροποντές.
Τις κυνηγούν οι βοριάδες.
Δεν είμαι, δεν είμαι η φωτιά.


Έλα κοντά μου δεν είμαι άνεμος.
Τους άνεμους τους κόβουν τα βουνά.
Τους βουβαίνουν τα λιοπύρια.
Τους σαρώνουν οι κατακλυσμοί.
Δεν είμαι, δεν είμαι ο άνεμος.


Εγώ δεν είμαι παρά ένας στρατολάτης
ένας αποσταμένος περπατητής
που ακούμπησε στη ρίζα μιας ελιάς
ν’ ακούσει το τραγούδι των γρύλων.
Κι αν θέλεις, έλα να τ’ ακούσουμε μαζί.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ

ΌΝΕΙΡΟ ΜΕΣΑ Σ’ ΌΝΕΙΡΟ

Το υστερνό μου φίλημα στο μέτωπο σου πάρε
και άφησέ με, αγάπη μου, δυο λόγια να σου πω.
Αλήθεια λες σαν όνειρο πως διάβηκε η ζωή μου
χωρίς κανένα ατέλειωτο και ξέμακρο σκοπό.

Μα αν η ελπίδα πέταξε σε μέρα ή σε νύχτα
εκεί με σκέπασε βουνό της δυστυχιάς μεγάλο
σου φαίνεται πως έχασα το πιο λίγο καλή μου
αφού η ζωή είναι όνειρο κρυμμένο μέσα σ' άλλο.

Στέκομαι σ' άγρια ακρογιαλιά που δέρνει το κύμα
κι άμμους χρυσούς στα χέρια μου σφιχτά σφιχτά κρατάω
τι λίγοι και πως χάνονται απ' τα κλειστά μου χέρια
ενώ εγώ σε δάκρυα ολόπικρα ξεσπάω.

Θεέ μου, είναι αδύνατο να σώσω μόνο έναν
από το κύμα που κυλά με θόρυβο μεγάλο;
Είναι όλα όσα βλέπουμε σ' αυτόν εδώ τον κόσμο
ένα όνειρο ατέλειωτο κρυμμένο μέσα σ' άλλο;

ΈΝΤΓΚΑΡ ΆΛΛΑΝ ΠΟΕ (Μετφ. ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ)

ΤΙ ΈΓΙΝΑΝ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΚΑΡΟΛΟΥ ΝΤΙΚΕΝΣ

Χάθηκαν προσωρινά, γίνανε σκιές,
με παρακολουθούν για δευτερόλεπτα
μέσα από την ομίχλη,
πιάνουν την άκρη του παλτού μου.
Χειμώνας είναι γι’ αυτά, βαρύς, με χιόνια.
Με παπούτσια χαλασμένα, με αισθήματα
κουρέλια τριγυρνάνε άσκοπα στους δρόμους,
κάτω από φανάρια του δεκάτου ενάτου αιώνα.
Το χιόνι σφυρίζει και τα χτυπάει αλύπητα.
Προσπαθεί να τα σβήσει από τις σελίδες των
βιβλίων. Αυτά όμως επιμένουν να τριγυρνάνε
στη μνήμη μας, να μας τυραννούν, να μας συντροφεύουν.
Χλομά και πεινασμένα μας περιμένουν
στη γωνιά, με τους ώμους τους να διψούν
για χάδι. Σούρουπο τα είδαμε για πρώτη
φορά και μας έφεραν τα πιο παράτολμα σχέδια.
Εκεί που σβήνει η μουσική, κρύβονται φοβισμένα
τα παιδάκια κοιτώντας το φεγγάρι.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΣ

ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια
Υπάρχουν απειράκις ωραιότερα πράγματα και απ’ αυτή την αγαλματώδη παρουσία του περασμένου έπους
Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη
Σκοπός της ζωής μας είναι η ατελεύτητη μάζα μας
Σκοπός της ζωής μας είναι η λυσιτελής παραδοχή της ζωής μας
Της κάθε μας ευχής εν παντί τόπω εις πάσαν στιγμήν εις κάθε ένθερμον αναμόχλευση των υπαρχόντων
Σκοπός της ζωής μας είναι το σεσημασμένο δέρας της υπάρξεώς μας….

ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ

ΜΑΖΙ

Η πόλη σώπασε.
Η γύρη απλώθηκε.
Πλησιάζει η στιγμή
που η λύση
θα δώσει πίστη
και η λύτρωση
ευτυχία.
Μόνοι,
εγώ κι εσύ.
Μαζί.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Π. ΚΡΑΝΙΩΤΗΣ

ΡΟΥΑ ΣΕ ΣΚΑΚΙΕΡΑ ΑΣΠΡΟΜΑΥΡΗ

Ανέκκλητος
ο χειμώνας μου,
διαγνωσμένος πλέον.
Όλα έχουν καεί
στο χιόνι.

Τις νύχτες,
όταν αυτή κοιμάται,
κουκουλωμένη με το παχύ σκοτάδι
που με τα δυο μας χέρια έχουμε πλέξει,
εγώ, μεθοδικά κι αθόρυβα,
χτίζω έναν Απρίλη.


Είμαι κοντά στο τέλος.
Η χαρά μου δεν πρέπει να φανεί.


«Δεν είμαστε καλά οι δυο μας;»
Καταφάσκω, όσο πιο πειστικά μπορώ.


Πέρασε η ώρα
κι απόψε έχω να συναρμολογήσω
έναν ήλιο.

ΕΥΗ ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗ

Ποίηση ανάμνηση από φίλντισι
άναμμα τσιγάρου κατά λάθος από φεγγάρι
δασκάλα μόνη μελαγχολική στο διάλειμμα
ένα βιολί που παίζει μοναχό του
χαλκός χαλκωματένια χαλκωματάς
-όλα τα παλιά γυαλίζω
πεταλούδα που γλιτώνει από τη φωτιά
φωτιά που γλιτώνει από τα νερά
βιολέτες σ’ άσπρο λαιμό
άσπρο άλογο που τρέχει σε μαύρο ουρανό
νύχτα στρωμένη τσιγάρα
λέξεις.

ΘΩΜΑΣ ΓΚΟΡΠΑΣ